O ΦΑΡΟΣ / THE LIGHTHOUSE

Σκηνοθεσία Ρόμπερτ Έγκερς Σενάριο Ρόμπερτ Έγκερς & Μαξ Έγκερς Παραγωγοί Ροντρίγκο Τεϊσέιρα, Τζέι Βαν Χόι, Ρόμπερτ Έγκερς, Λουρέντσο Σαντ’ Άννα, Γιούρι Χένλι Πρωταγωνιστούν Ρόμπερτ Πάτινσον, Γουίλεμ Νταφόε, Βαλέρια Καραμάν, Διάρκεια 109 λεπτά

Ο οραματιστής και ραγδαία ανερχόμενος σκηνοθέτης Ρόμπερτ Έγκερς, τέσσερα χρόνια μετά το εξαιρετικά ατμοσφαιρικό θρίλερ Η Μάγισσα (The Witch) επιστρέφει με ένα δεύτερο ανεξάρτητο αριστούργημα: μια ακόμη πιο αινιγματική ταινία υπαρξιακού τρόμου, με τίτλο «Ο Φάρος» (The Lighthouse). Στη δεύτερη ταινία του, ο σταθερά ανερχόμενος Έγκερς, αφηγείται μια ιστορία τοποθετημένη στη Νέα Αγγλία των Ηνωμένων Πολιτειών, γύρω στο 1890. Σε ένα μυστηριώδες νησί, δυο φρουροί ενός απομονωμένου φάρου, έχουν χρέος να μείνουν στο πόστο τους για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Εκεί θα έρθουν κοντά, θα συγκρουστούν και τελικά θα βυθιστούν στα ανείπωτα μυστήρια αυτού του παράξενου μέρους. Το πέρασμα του χρόνου θα φέρει στην επιφάνεια το πνιγηρό αίσθημα απομόνωσης, θα ανασύρει σκοτεινές φαντασιώσεις και τελικά θα στρέψει τους δυο άνδρες στην παράνοια. Εάν η «Μάγισσα» εξερευνούσε ένα θηλυκό αρχέτυπο τρόμου, τότε ο «Φάρος» εξερευνά τα σκοτεινά ένστικτα των αντρών, όταν αυτοί αφεθούν σε ένα παιχνίδι εξουσίας με κόστος τη δική τους πνευματική ισορροπία. Ο Γουίλεμ Νταφόε και ο Ρόμπερτ Πάτινσον προσεγγίζουν με θεατρική ένταση και ακρίβεια τους χαρακτήρες τους, οι οποίοι στέκουν αβοήθητοι μέσα στο παραισθησιογόνο σασπένς της ιστορίας. Ο καπετάνιος/μέντορας (Νταφόε) και ο πρώην ξυλοκόπος/μαθητής (Πάτινσον) δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί μεταξύ τους. Ο Νταφόε και ο Πάτινσον ήταν οι αρχικές επιλογές του σκηνοθέτη, και οι τρεις τους δούλεψαν εντατικά για να δώσουν ζωή στους δυο απαιτητικούς και δύσκολους ερμηνευτικά χαρακτήρες. Οι δυο ηθοποιοί πραγματοποίησαν αληθινή ερμηνευτική υπέρβαση καθώς μπήκαν μέσα στο δέρμα των ρόλων τους και αφομοίωσαν τη μοναξιά και την συναισθηματική τους αγωνία, στον απόκοσμο φάρο. Οι πρόβες ήταν εξοντωτικές και η μέθοδος κινηματογράφισης ήταν μοναδική εμπειρία, σύμφωνα με τους ίδιους. Η εξοντωτική συντήρηση του φάρου και τα σκληρά καθημερινά τους καθήκοντα, αποτελούν μια βασανιστική ρουτίνα κάτω από τις ριπές του ανέμου και το πηχτό σκοτάδι. Στο απόκοσμο αυτό μέρος, θα ζωντανέψουν οι αιώνιοι μύθοι και οι αρχαίοι θρύλοι που θα απειλήσουν με παράδοξο τρόπο τους δυο ήρωες. Η κουραστική καθημερινότητα θα είναι μόνο η αρχή ενός βιβλικού ολέθρου. Οι ιστορίες των δυο αντρών θα ξεδιπλωθούν σταδιακά. Η εμμονή με το καθήκον, οι θολές μνήμες, οι αληθινές ταυτότητες πίσω από τον μύθο, οι επίπονες σωματικά βάρδιες και η απελπισία τους μέσα στον φάρο που μοιάζει ξεχασμένο από τους ανθρώπους, θα οδηγούν την ιστορία. Το ψυχολογικό παιχνίδι θα είναι αδιάκοπο. Η ατμοσφαιρική, ασπρόμαυρη φωτογραφία της ταινίας, αποτελεί από μόνη της έναν χαρακτήρα του έργου. Το αινιγματικό σκοτάδι δημιουργεί την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία οι δυο χαρακτήρες θα χάσουν τις ψυχές τους. Για να πετύχει καλλιτεχνικά το φιλόδοξο όραμά του, ο σκηνοθέτης γύρισε το φιλμ του σε υψηλής ποιότητας ασπρόμαυρο και επέλεξε τετράγωνο κάδρο (1.19:1). Με αυτόν τον τρόπο, ήθελε να συνδυάσει τον μινιμαλιστικό τρόμο με τη γοτθική ατμόσφαιρα του τοπίου, στη Νέα Σκωτία του Καναδά. Πέρα από την ένταση της φυσικής τοποθεσίας, ιδιαίτερη έρευνα έγινε για τον ρεαλισμό της γλώσσας, καθώς οι δυο ηθοποιοί προσέγγισαν απόλυτα τη διάλεκτο του 19ου αιώνα. Ο σκηνοθέτης Ρόμπερτ Ένγκελς προσπαθούσε πολύ καιρό να προχωρήσει την ταινία με τος δικούς του όρους, χωρίς να συμβιβαστεί στο καλλιτεχνικό του όραμα. Τα πάντα άλλαξαν γι αυτόν όταν προκάλεσε θόρυβο γύρω από το όνομά του με την βράβευσή του ως καλύτερος σκηνοθέτης στο φεστιβάλ του Σάντανς του 2015. Είχε στα σκαριά ένα remake του κλασικού φιλμ τρόμου «Νοσφεράτου», αλλά τελικά προτίμησε να ασχοληθεί με τον «Φάρο». Αυτή ήταν μια ιστορία που είχε γράψει, έχοντας επιρροές από πολλές μεταφυσικές ιστορίες που μεταφέρονταν από γενιά σε γενιά μέσω της προφορικής παράδοσης, καμωμένες από μύθους φαντασμάτων και από διάσημες folk ιστορίες, αυτές που λέγονται γύρω από τη φωτιά. Έχοντας πολλά σημεία αναφοράς (από την στοιχειωμένη λογοτεχνία του Χ. Φ. Λάβκραφτ μέχρι τον «Μόμπι Ντικ» και από τον μύθο του Προμηθέα μέχρι την Έβδομη Σφραγίδα του Μπέργκμαν, αλλά και τις κλασικές παραγωγές του Βαλ Λιούτον), o Ρόμπερτ Έγκερς περνάει στην ταινία του μια πληθώρα καλλιτεχνικών επιρροών. Όμως τη μεγάλη επιρροή του την άσκησε η ζωγραφική και τα ιστορικά ντοκουμέντα της ζωής των ναυτικών, της περιόδου του 1890, στοιχεία που βρήκαν το δρόμο τους στις σκηνές του φιλμ. Η παραγωγή ξεκίνησε το 2018 και τα γυρίσματα διήρκεσαν 32 μέρες, ξεκινώντας στις αρχές Απριλίου της ίδιας χρονιάς. Οι αληθινές τοποθεσίες στις οποίες έγιναν τα γυρίσματα έδωσαν ξεχωριστό ρεαλισμό στο φιλμ, ενώ ο διευθυντής φωτογραφίας δούλεψε με ειδικούς φακούς προκειμένου να αποτυπώνει πειστικά και ατμοσφαιρικά το μακρινό φως μέσα στο πυκνό σκοτάδι.